Νίκος Πιτσιάουλος: Δώδεκα χρονών μες στ’ αμπάρκα!

Δεκαεφτά χρόνια στο ποδόσφαιρο, μπάλα στο Δημοτικό σχολείο, στην αυλή της εκκλησίας, στον Παρνασσό, στη Σαλαμίνα, στο ΓΣΕ. Μεγάλη η φόρτιση όταν μιλά για το Δημοτικό Στάδιο Αμμοχώστου…

401

ΤΟΥ ΤΑΚΗ ΜΙΧΑΗΛ

Είναι και αυτοί οι ποδοσφαιριστές που δεν ευτύχησαν να αγωνιστούν με την Εθνική Κύπρου ή να διαπρέψουν σε ομάδες του εξωτερικού. Απλά δεν το επέτρεψαν οι συγκυρίες. Έμειναν όμως βαθιά στις μνήμες συνοδεύοντας γλυκές αναμνήσεις, άλλοι από το ΓΣΕ, το ΓΣΠ, και άλλοι από το γήπεδο με χορτάρι της Λύσης και της Μόρφου.

Ψάχνοντας για τον Νίκο, βρήκα μπροστά μου τον Νίκο. Καθόταν εκεί μόνος σε ένα παγκάκι στη Λευκωσία, μετρούσε τα αυτοκίνητα που πηγαινοέρχονταν και αναπολούσε. Τι να σκέφτεται τώρα αυτός ο άνθρωπος, συλλογίστηκα, πόσα βάσανα της ζωής βαραίνουν το μυαλό του.

«Συγνώμη, ψάχνω τον Νίκο Χαραλάμπους». Γύρισε και με κοίταξε, «εσύ ποιος είσαι;». Του είπα ποιος είμαι και γιατί θέλω τον Νίκο Χαραλάμπους μαζί και τον Ανδρέα Κανάρη. «Καλά, εμέναν εν με κατάλαβες;». Πού να τον καταλάβεις μέσα σε μια διαδρομή χρόνων και γνωριμιών. Ψιλοντράπηκα, έπρεπε να τον αναγνωρίσω, έτσι ήταν ο τόνος της φωνής του.

«Είμαι ο Πιτσιάουλος». Εφτά ρίχτερ έπεσαν πάνω μου. Απίστευτα συγκινητικό. Τον έψαχνα απεγνωσμένα για έναν πολύ ξεχωριστό λόγο, να τον εντάξω στο βιβλίο «Όταν η μπάλα μιλούσε κυπριακά». Κάπου στη δεκαετία του εξήντα στο ΓΣΕ, μια παστόρεγγα εγώ, ένα κοπελλούιν που έτρεμαν τα πόθκια του, αυτός ο Πιτσιάουλος με το νάμιν, ένας σίφουνας. Ένιωσα την ίδια τρεμούλα, τα πόδια να χάνουν την ισορροπία και τον αγκάλιασα. «Είσαι ο Πιτσιάουλος της Σαλαμινάκκας της σιύλλας;». Δρόσισα την ατμόσφαιρα για να αντέξω την κουβέντα.

Γεννήθηκε στον Άη Λουκά Αμμοχώστου το 1935. Έτσι σφριγηλό και ακμαίο που τον είδα, θα έλεγα γέννημα 1955. Πρώτες του ποδοσφαιρικές αναμνήσεις στην αυλή του δημοτικού και στον Παρνασσό. Τρίτη τάξη του δημοτικού παίρνει το πτυχίο του σχολείου και πάει να κερδίσει το πτυχίο της ζωής.

«Έπρεπε να δουλέψουμε για να ζήσουμε, ήταν μεγάλη η φτώσεια μας». Όπως όλα τα φτωχόπαιδα της εποχής, «επήαιννα στα πορτοκάλια τζιαι εγεμώναμεν κασιούες». Και μετά; «Α, μετά επέρασα καλά, επήα στο λιμάνι. Κατεβαίναμε μέσα στα αμπάρκα των πλοίων τζιαι φορτώναμε, ξεφορτώναμε». Δώδεκα χρονών μωρό, μέσα στα αμπάρκα για το μεροκάματο. Κάπου σε ιστορίες με Όλιβερ Τουίστ με πήρε ο Πιτσιάουλος. «Καλά ρε φίλε, γιατί λαλείς, επέρασα καλά;».

Για ένα κομμάτι ψουμί τζιαι για κανένα παντελόνι. «Ο καπετάνιος του πλοίου τζιαι ο χαμάλπασιης, εσυμπαθούσαμε». Ε, και; «Αμα είχαμε να ξεφορτώσουμε ρούχα τζιαι έσπαζε καμιά κάσσια, έπιαννα ένα-δκυο παντελόνια τζιαι κανένα δκυο πουκάμισα τζιαι εφορούσατα που πάνω που τα δικά μου για να περάσω έξω». Και συμπληρώνει μπας και παρεξηγηθεί. «Ήξερεν το τζιαι ο καπετάνιος τζιαι ο χαμάλπασιης».

pitsiaoulos-kartaΔεν τον προλάβαινα, σίφουνας, ήθελε να τα πει όλα. Δέκα εφτά συνεχόμενα χρόνια στο ποδόσφαιρο πώς να τα αναλύσεις. Μπάλα στο δημοτικό σχολείο, στην αυλή της εκκλησιάς, στον Παρνασσό, στη Σαλαμίνα, στο ΓΣΕ. Μεγάλη η φόρτιση όταν μιλούσε για το Δημοτικό Στάδιο Αμμοχώστου, είπα να τον ξαλαφρώσω λίγο. «Και από πριμ ρε Πιτσιάουλε;».

Ωραίος τύπος. «Μα, είπαμε να μιλήσουμε σοβαρά, τι μου λαλείς για πριμ». «Να σου πω», τον πείραξα λίγο, «ήσουν τζιαι λλίον φαουλτζιής;» Και όμως δεν ήταν, απλά ήταν ίσως από τα πιο δυνατά πνευμόνια της εποχής και οι διαιτητές τον παρεξηγούσαν. Θυμήθηκε κάτι με διαιτητή τον Γερβάντ, έβαλε και λίγο αλατοπίπερο, και γέλασε. «Όταν μια φορά ο Γερβάντ μού έκανε παρατήρηση του είπα, στάσου απέναντί μου. Έκανα μια εισπνοή, εκπνοή, φύσησα και αυτός έχασε τα πόδια του».

Τον Κυριάκο Κουρέα θωρεί τον κανένας; 

Έφερε στην κουβέντα μας τον Αντρελλή, τον Μπλάκκη, τον αδελφό του τον Σάββα Πιτσιάουλο τερματοφύλακα στη Σαλαμίνα, τον Φώκκη, τον Κότροφο, Κοντεάτη, Ορφανίδη, θαύμαζε τον Κοβή της Ανόρθωσης, όταν ξαφνικά με ρώτησε, «τζιείνον τον Κυριάκο τον Κουρέα θωρεί τον κανένας όξα εν στην Αγγλία ακόμα;». Έπαιξε δύο χρόνια με τον Κουρέα, αυτός στο τέλος της καριέρας του και ο Κυριάκος στην αρχή της δικής του, τον θαύμαζε και τον ανέφερε ξεχωριστά. Νίκος Πιτσιάουλος, ένας θρύλος των γηπέδων πότε με το 7 και πότε με το 9 στην πλάτη, ένας αγωνιστής της ζωής, μέσα στα αμπάρκα των πλοίων, αργότερα βοθροκαθαριστής, και σήμερα ευτυχισμένος μέσα στις αναμνήσεις του.